Η «Κοινωνική Συμφωνία» της Κεραμέως: Μια προσπάθεια διάσωσης του κεφαλαίου εις βάρος των εργαζομένων
Η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως παρουσίασε με φανφάρες την λεγόμενη «Κοινωνική Συμφωνία», μια νέα προσπάθεια της κυβέρνησης Μητσοτάκη να εμφανιστεί ως προστάτισσα των εργαζομένων, ενώ στην πραγματικότητα διαιωνίζει τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που έχουν οδηγήσει σε χρόνια εργασιακή αβεβαιότητα.
Η υποκρισία των «βελτιώσεων»
Η Κεραμέως επαινείται για τη μείωση του ποσοστού κάλυψης από 50% σε 40% για την επέκταση των συλλογικών συμβάσεων. Όμως, αυτό που παρουσιάζεται ως «διευκόλυνση» αποκαλύπτει την πραγματική κατάσταση: το γεγονός ότι σήμερα οι συλλογικές συμβάσεις δεν μπορούν να επεκταθούν δείχνει το βάθος της καταστροφής που έχει υποστεί η εργασία στη χώρα μας.
Από το 2023 έως σήμερα, σύμφωνα με τα στοιχεία της ίδιας της υπουργού, έχουν υπογραφεί 663 συλλογικές συμβάσεις, αλλά «για κάποιες από αυτές έχει ζητηθεί η επέκτασή τους, ωστόσο, δεν πληρούσαν τις απαραίτητες προϋποθέσεις». Αυτή η παραδοχή αποκαλύπτει την αποτυχία του συστήματος που η ίδια η κυβέρνηση έχει δημιουργήσει.
Η επαναφορά της «πλήρους μετενέργειας»: Μια παραχώρηση που έπρεπε να είναι αυτονόητη
Η κυβέρνηση παρουσιάζει ως μεγάλη κατάκτηση την επαναφορά της πλήρους μετενέργειας, δηλαδή τη διατήρηση των όρων των συλλογικών συμβάσεων μετά τη λήξη τους. Αυτό που ξεχνά να αναφέρει είναι ότι αυτό το δικαίωμα είχε καταργηθεί από τις ίδιες τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές των τελευταίων ετών. Η «επαναφορά» δεν είναι παρά η επιστροφή σε μια κατάσταση που θα έπρεπε να είναι αυτονόητη σε κάθε δημοκρατικό κράτος δικαίου.
Οι υποσχέσεις για τους μισθούς: Ένα παιχνίδι με τις προσδοκίες
Η Κεραμέως επαναλαμβάνει την υπόσχεση για αύξηση του μέσου μισθού στα 1.500 ευρώ και του κατώτατου στα 950 ευρώ μέχρι το 2027. Όμως, σε μια εποχή που η ακρίβεια έχει φτάσει στα ύψη και οι εργαζόμενοι δυσκολεύονται να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες, αυτές οι υποσχέσεις ακούγονται κούφιες.
Επιπλέον, η κυβέρνηση επιμένει στον νομοθετικό καθορισμό του κατώτατου μισθού, αρνούμενη την επαναφορά της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣE), που θα έδινε στους κοινωνικούς εταίρους τη δυνατότητα να διαπραγματεύονται τους μισθούς. Αυτή η άρνηση αποκαλύπτει την πραγματική φιλοσοφία της κυβέρνησης: ο έλεγχος των μισθών πρέπει να παραμείνει στα χέρια του κεφαλαίου και των εκπροσώπων του.
Η αλήθεια πίσω από τη «συναίνεση»
Η υπουργός επαινεί την «αξία του διαλόγου και της συναίνεσης», παρουσιάζοντας τη συμφωνία ως προϊόν γόνιμου διαλόγου. Όμως, σε έναν κόσμο όπου οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν συνεχώς επιδείνωση των εργασιακών τους συνθηκών, η «συναίνεση» μοιάζει περισσότερο με παραίτηση παρά με πραγματική διαπραγμάτευση.
Η στόχευση για κάλυψη του 80% των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις, όπως προβλέπει η ευρωπαϊκή οδηγία, παραμένει ένας μακρινός στόχος. Η ίδια η Κεραμέως παραδέχεται ότι «έχουμε πολύ δρόμο, για να φτάσουμε εκεί». Αυτή η παραδοχή αποκαλύπτει την αποτυχία των πολιτικών που έχουν ακολουθηθεί μέχρι τώρα.
Η ανάγκη για πραγματική αλλαγή
Αντί για καλλιτεχνικές ρυθμίσεις που διατηρούν την ουσία του προβλήματος, χρειαζόμαστε ριζική αλλαγή προσέγγισης. Η εργασία δεν είναι εμπόρευμα, και οι εργαζόμενοι δεν είναι αριθμοί σε έναν επιχειρηματικό σχεδιασμό. Χρειαζόμαστε πολιτικές που θα δώσουν πραγματική δύναμη στους εργαζόμενους και στα συνδικάτα τους.
Η «Κοινωνική Συμφωνία» της Κεραμέως, παρά τις εξαγγελίες, παραμένει μια προσπάθεια διαχείρισης της κρίσης χωρίς να αγγίζει τις βαθιές αιτίες της. Οι εργαζόμενοι της χώρας μας αξίζουν κάτι περισσότερο από κοσμητικές αλλαγές σε ένα σύστημα που τους έχει προδώσει.