ΦΠΑ: Η φοροληστεία των αδυνάτων συνεχίζεται
Οι υψηλοί συντελεστές ΦΠΑ στην Ελλάδα αποτελούν μια ακόμη έκφραση της άδικης κατανομής του φορολογικού βάρους, με τους οικονομικά ευάλωτους να πληρώνουν το τίμημα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που επιβλήθηκαν στη χώρα.
Η εικόνα του ΦΠΑ στην Ελλάδα διαμορφώνεται από απώλειες εσόδων, εκτεταμένες εξαιρέσεις και υψηλούς συντελεστές, με το μεγαλύτερο βάρος να μεταφέρεται στους οικονομικά πιο ευάλωτους καταναλωτές. Παρά τα σημάδια βελτίωσης που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Τα νούμερα της αδικίας
Ο ΦΠΑ παραμένει διαχρονικά βασικός πυλώνας των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού. Για το τρέχον έτος, οι εισπράξεις αναμένεται να ξεπεράσουν τα 29,2 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 1,6 δισ. σε σύγκριση με το 2025. Αυτά τα κεφάλαια αντλούνται κυρίως από τις τσέπες των εργαζομένων και των μικρομεσαίων, ενώ οι μεγάλες εταιρείες συνεχίζουν να απολαμβάνουν φοροαπαλλαγές.
Στην τριμηνιαία έκθεσή του για την ελληνική οικονομία, το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) επισημαίνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου ως προς την είσπραξη εσόδων από ΦΠΑ. Η υστέρηση αυτή αποδίδεται τόσο στη φορολογική μη συμμόρφωση όσο και στον μεγάλο αριθμό εξαιρέσεων.
Οι εξαιρέσεις που αδειάζουν τα ταμεία
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην έκθεση, σημαντική πηγή απώλειας εσόδων αποτελούν οι πολιτικές αποφάσεις που συρρικνώνουν τη φορολογική βάση. Οι πολιτικές εξαιρέσεων ή μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ είτε αποσκοπούν στην παροχή στοχευμένης κοινωνικής προστασίας σε ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες, είτε στην παροχή κινήτρων για κατανάλωση συγκεκριμένων αγαθών.
Σύμφωνα με την έκθεση, στο σκέλος της συμμόρφωσης έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος, με το κενό να μειώνεται κατά 12,6 ποσοστιαίες μονάδες το 2023 σε σύγκριση με το 2019. Σε αυτή τη βελτίωση, έχει συνεισφέρει η επέκταση των ηλεκτρονικών πληρωμών και του ηλεκτρονικού εμπορίου.
Στην κορυφή της φορολογικής καταπίεσης
Η νέα συγκριτική μελέτη του Tax Foundation ανοίγει για ακόμα μια φορά το θέμα των υψηλών συντελεστών ΦΠΑ στη χώρα. Με βασικό συντελεστή 24% και μειωμένο στο 13%, η Ελλάδα βρίσκεται στην 7η θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ με τους υψηλότερους συντελεστές.
Στην Ελλάδα στον υπερμειωμένο συντελεστή 6% υπάγονται μόνο βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες, εισιτήρια για θέατρο, συναυλίες και κινηματογράφο, φαρμακευτικά προϊόντα, ιατρικές συσκευές, ηλεκτρική ενέργεια και φυσικό αέριο. Από τον σχετικό κατάλογο λείπουν βασικά είδη διατροφής, γεγονός που επιβαρύνει δυσανάλογα τα λαϊκά στρώματα.
Το ευρωπαϊκό τοπίο της φοροδικαιοσύνης
Οι χώρες της ΕΕ με τους υψηλότερους κανονικούς συντελεστές ΦΠΑ είναι η Ουγγαρία (27%), η Φινλανδία (25,5%), η Κροατία, η Δανία και η Σουηδία (στο 25%). Το Λουξεμβούργο επιβάλλει τον χαμηλότερο κανονικό συντελεστή ΦΠΑ στο 17%, ακολουθούμενο από τη Μάλτα (18%), την Κύπρο και τη Γερμανία (19%).
Ο μέσος κανονικός συντελεστής ΦΠΑ της ΕΕ είναι 21,9%, σχεδόν επτά ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερος από τον ελάχιστο κανονικό συντελεστή ΦΠΑ που απαιτείται από τον κανονισμό της ΕΕ.
Οι πρόσφατες αλλαγές
Πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν κάνει αλλαγές στους συντελεστές ΦΠΑ τους από πέρυσι. Η Αυστρία μηδενίζει ορισμένα προϊόντα υγιεινής από το 2026. Η Εσθονία αύξησε τον κανονικό συντελεστή της από 22% σε 24% τον Ιούλιο του 2025. Η Γερμανία μετέφερε τα τρόφιμα στα εστιατόρια από τον κανονικό συντελεστή 19% σε μειωμένο συντελεστή 7%.
Η Ελλάδα επέκτεινε τη μείωση 30% σε όλους τους συντελεστές ΦΠΑ σε περισσότερα νησιά, μια κίνηση που αν και θετική, δεν αρκεί για να αντιμετωπίσει το δομικό πρόβλημα της άδικης κατανομής του φορολογικού βάρους.
Η πραγματικότητα είναι ότι ο ΦΠΑ εξακολουθεί να αποτελεί έναν άδικο φόρο που πλήττει κυρίως τους αδύναμους, ενώ οι πλούσιοι και οι μεγάλες επιχειρήσεις απολαμβάνουν φοροαπαλλαγές και ευνοϊκές ρυθμίσεις. Η αντίσταση σε αυτές τις πολιτικές είναι αναγκαία για μια πιο δίκαιη κατανομή του φορολογικού βάρους.