Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών απέρριψε την προσφυγή της 46χρονης κατηγορούμενης για την υπόθεση του εμπρησμού της Marfin, αφήνοντάς την προσωρινά κρατούμενη. Η απόφαση έρχεται παρά τα σοβαρά επιχειρήματα της υπεράσπισης, που κάνει λόγο για έλλειψη ταυτοποίησης και παραβίαση δεδικασμένου.
Η εξέλιξη γνωστοποιήθηκε από τον συνήγορό της, Κώστα Παπαδάκη, ο οποίος έχει επανειλημμένα αμφισβητήσει τόσο τα στοιχεία της δικογραφίας όσο και τη διαδικασία που οδήγησε στη φυλάκιση της εντολέως του. Η υπεράσπιση υποστηρίζει ότι η απόφαση για την προσωρινή κράτηση αγνόησε την προηγούμενη εισαγγελική κρίση του 2022, όταν η υπόθεση είχε τεθεί στο αρχείο, ενώ επικαλείται και τα ευρήματα της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ., σύμφωνα με τα οποία δεν προκύπτει ταυτοποίηση της κατηγορούμενης με το πρόσωπο που εμφανίζεται στο επίμαχο υλικό.
Μια ζωή σε αναμονή, μια κοινωνία σε δίκη
Η 46χρονη, που ζούσε τα τελευταία χρόνια στη Βρετανία, αρνείται οποιαδήποτε συμμετοχή στον εμπρησμό της τράπεζας στη Σταδίου στις 5 Μαΐου 2010. Η ίδια έχει δηλώσει ότι βρισκόταν στη διαδήλωση εκείνης της ημέρας, αλλά δεν είχε καμία σχέση με την επίθεση στη Marfin. Η προφυλάκισή της, όμως, συνεχίζεται, και μαζί της συνεχίζεται και η προσωπική της τραγωδία.
Η υπεράσπιση κάνει λόγο για σοβαρές συνέπειες στην ίδια και την οικογένειά της, τονίζοντας ότι η προσωρινή κράτηση έχει ήδη προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στη ζωή της και στην πεντάχρονη κόρη της. Το ερώτημα που τίθεται είναι αμείλικτο: μπορεί μια κοινωνία που αυτοαποκαλείται δημοκρατική να ανέχεται την προφυλάκιση ανθρώπων χωρίς στοιχεία, στη βάση μιας θολής εικόνας και ενός ανώνυμου email;
Η ανακοίνωση της υπεράσπισης: Μια καταγγελία για το σύστημα
Η ανακοίνωση της υπεράσπισης είναι αποκαλυπτική. Αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Με το υπ. αριθμ. 3763/2026 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών απορρίφθηκε η προσφυγή της 46χρονης κατηγορούμενης για την υπόθεση Marfin εναντίον του εντάλματος προσωρινής κράτησης, που προφυλακίστηκε χωρίς η ανακρίτρια και ο εισαγγελέας που την αποφάσισαν να λάβουν υπόψη τους το απαλλακτικό δεδικασμένο του 2022, την ομολογημένη από τη ΔΕΕ/ΕΛΑΣ έλλειψη ταυτοποίησής της με το πρόσωπο που εικονίζεται ως ύποπτο και την τεράστια καταστροφή στη ζωή της ίδιας και της πεντάχρονης κόρης της που προξενείται».
Η ανακοίνωση συνεχίζει με αιχμές για την εισαγγελική πρόταση, την καθυστέρηση έκδοσης του βουλεύματος και την προσπάθεια παράκαμψης του δεδικασμένου. «Η διαφοροποίηση από την εισαγγελική πρόταση επιβεβαιώνει την αβεβαιότητα και τη σύγχυση για τη νομιμότητα της δίωξης», τονίζεται, ενώ υπογραμμίζεται ότι το Συμβούλιο δεν διατυπώνει ιδιαίτερες κρίσεις για την έλλειψη ταυτοποίησης, σιωπώντας στα επιχειρήματα του υπομνήματος και της τεχνικής έκθεσης.
Ένα σύστημα που φυλακίζει τη μνήμη
Η υπεράσπιση καταλήγει με μια οργισμένη διαπίστωση: τα αρμόδια δικαστικά όργανα δεν έχουν ξεπεράσει το σοκ από τον «επικοινωνιακό βομβαρδισμό κυβέρνησης και ΜΜΕ», και η 46χρονη παραμένει θύμα αυτής της κατάστασης, «προφυλακισμένη άδικα, χωρίς στοιχεία εναντίον της, χωρίς ταυτοποίηση και κατά παράβαση δεδικασμένου». Η ανάκριση, όπως επισημαίνεται, δεν έχει προχωρήσει ούτε καν στην ανεύρεση του αποστολέα του ανώνυμου email που προκάλεσε τη δίωξη. «Μόνο στις προφυλακίσεις!» καταλήγει η ανακοίνωση.
Η υπόθεση Marfin παραμένει μια ανοιχτή πληγή για τη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Ένα τραύμα που το κράτος, αντί να το περιθάλψει με αλήθεια και δικαιοσύνη, το εκμεταλλεύεται για να συντηρεί ένα αφήγημα φόβου και ενοχοποίησης. Η 46χρονη είναι πλέον το σύμβολο αυτής της εκκρεμότητας. Και η κοινωνία οφείλει να αναρωτηθεί: σε ποιον ανήκει τελικά η δικαιοσύνη; Στους ισχυρούς ή στους αδύναμους;
Η υπεράσπιση διαμηνύει ότι θα εξαντλήσει κάθε νόμιμο μέσο μέχρι τη δικαίωση. Και η ιστορία, από την αρχαία Αθήνα μέχρι σήμερα, μας διδάσκει ότι η αλήθεια, όσο αργά κι αν έρχεται, πάντα βρίσκει τον δρόμο της. Το ερώτημα είναι αν το σύστημα θα σταθεί στο ύψος της ή θα συνεχίσει να κρύβεται πίσω από τη σιωπή και τη βολή του.
