Οι Beatles στη χούντα: Το οξύμωρο ταξίδι των προφητών της ελευθερίας
Το καλοκαίρι του 1967, ενώ η Ελλάδα βρισκόταν υπό το σιδερένιο χέρι της χούντας των συνταγματαρχών, οι Beatles, οι τέσσερις μουσικοί που ενσάρκωναν την παγκόσμια αντικουλτούρα, έκαναν μια σουρεαλιστική απόβαση στους Δελφούς, την Αράχωβα και την Ιτέα. Η ιστορία αυτή, που αποκαλύπτει τις αντιφάσεις μιας εποχής, δεν είναι απλώς μια ανάμνηση. Είναι ένα μάθημα για το πώς η εξουσία, ακόμα και η πιο σκοτεινή, μπορεί να συνθλίψει ακόμα και τα πιο φωτεινά όνειρα.
Το όνειρο της απόδρασης
Τον Ιούλιο του 1967, οι Beatles βρίσκονταν στο ζενίθ τους. Είχαν μόλις κυκλοφορήσει το Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band, το Καλοκαίρι της Αγάπης φούντωνε, κι εκείνοι, κουρασμένοι από τις περιοδείες και τη δημόσια περσόνα που τους είχε γίνει κλουβί, ψάχνανε διέξοδο. Ο Τζον Λένον, ο πιο ανήσυχος, ονειρευόταν να εξαφανιστεί: να μαζέψει την μπάντα, τις οικογένειες και τον στενό κύκλο τους σ' ένα ελληνικό νησί και να ζήσουν εκεί, ίσως για πάντα, μια κοινοβιακή ζωή μακριά από τα βλέμματα. «Θα πάμε εκεί και θα εξαφανιστούμε από τον κόσμο», όπως το συνόψισε αργότερα ο Τζορτζ Χάρισον. Κι όπως παραδέχτηκε ο Μακάρτνεϊ με σπάνια ειλικρίνεια, το βασικό κίνητρο ήταν απλό: σ' ένα δικό τους νησί κανείς δεν θα μπορούσε να τους απαγορεύσει το κάπνισμα μαριχουάνας.
Ο ελληνικός σύνδεσμος και η σκιά της χούντας
Ο σύνδεσμος με την Ελλάδα είχε όνομα: Γιάννης Αλέξης Μάρδας, ο «Magic Alex», ο Έλληνας ηλεκτρονικός που είχε εντυπωσιάσει τον Λένον με τα φωτεινά γλυπτά του. Η μπάντα τον αποκαλούσε «τον Έλληνα μάγο». Αυτός οργάνωσε το ταξίδι. Κι εδώ η ιστορία γίνεται ελαφρώς περίεργη, γιατί ο πατέρας του Μάρδα ήταν αξιωματικός της ελληνικής ασφάλειας. Στις 21 Απριλίου του 1967, μόλις τρεις μήνες πριν, οι συνταγματάρχες είχαν υφαρπάξει την εξουσία: λογοκρισία, φυλακίσεις, απαγόρευση των μίνι φουστών και των μακριών μαλλιών. Σε αυτή τη χώρα έρχονταν να βρουν τον παράδεισό τους οι τέσσερις μουσικοί προφήτες της παγκόσμιας αντικουλτούρας.
Η Κυριακή 23 Ιουλίου 1967: Δελφοί, Αράχωβα, Ιτέα
Ανάμεσα στις μέρες της θαλάσσιας περιπλάνησης χώρεσε και μία στην ενδοχώρα. Κυριακή, 23 Ιουλίου, σε Δελφούς, Αράχωβα και Ιτέα. Την κάλυψαν δύο ελληνικές εφημερίδες: «Το Βήμα», με τον νεαρό ρεπόρτερ Λάμπη Τσιριγωτάκη που τους είχε ξετρυπώσει στο κρησφύγετό τους στο πατρικό σπίτι του Μάρδα, στου Παπάγου, και η «Μακεδονία». Οι δύο διαφωνούν στη σειρά των σταθμών, συμφωνούν όμως στο ουσιώδες: παντού, σαν σκιά, παραστέκουν «εκπρόσωποι του τουρισμού». Η «Μακεδονία» το γράφει ξεκάθαρα: η παρέα ήταν «φιλοξενούμενη του οργανισμού τουρισμού». Οι πιο ελεύθερες φωνές της εποχής, χωρίς να το πολυκαταλαβαίνουν, ξεναγούνταν από τους ανθρώπους ενός καθεστώτος που είχε ανάγκη τη διαφήμισή τους.
Ο Λένον διαβάζει Όργουελ δίπλα στη λίμνη
Καθ' οδόν, η συνοδεία σταμάτησε να ξαποστάσει δίπλα σε μια λίμνη. Εκεί ο Τσιριγωτάκης βρήκε τον Λένον παράμερα, να διαβάζει τα βιβλία του Όργουελ, «ζώντας στον δικό του κόσμο». Έναν άνθρωπο βαθιά ταραγμένο, μ' ένα καλοσυνάτο όμως χαμόγελο, που μιλούσε για τις κοινωνικές ανισότητες οι οποίες τον είχαν «πληγώσει ψυχολογικά» και καταφερόταν κατά των «απάνθρωπων εγκλημάτων» των Αμερικανών στρατιωτών. Η οξύμωρη εικόνα τρυπάει το τεχνικολόρ χαρτόνι του δήθεν ξέγνοιαστου ελληνικού τουρισμού: ο στοχαστής της δυστοπίας, καλεσμένος μιας δικτατορίας, να συλλογιέται την αδικία πάνω σ' έναν βράχο της Φωκίδας.
Το γλέντι στην Αράχωβα και ο καλαματιανός
Στην Αράχωβα η μέρα άνοιξε διάπλατα. Σ' ένα αρχοντικό του χωριού τους περίμενε κοκορέτσι και ντόπιο κρασί στο μπαλκόνι. Κι ύστερα, πάνω σε μια ταράτσα, στήθηκε γλέντι με παραδοσιακά όργανα και χορό μαζί με τους ντόπιους. Όταν ρώτησαν τον Χάρισον τι του φάνηκε η μουσική, εκείνος την περιέγραψε πιο σφριγηλή και δυνατή ακόμη κι απ' τα δικά τους τραγούδια. Παρασυρμένοι από τον καλαματιανό, μπήκαν στον κύκλο και χόρεψαν χέρι-χέρι με τους χωρικούς για ώρα. Η σκηνή σώζεται: στο Anthology τους βλέπει κανείς να γυρίζουν σε κύκλο πάνω σε μια ταράτσα, στην κορυφή του λόφου. Πριν φύγουν, τους φόρτωσαν δώρα: πουκάμισα με μαιάνδρους, κομπολόγια, φιγούρες τσολιά και χαϊμαλιά για τους άντρες, φούστες, κολιέ κι εσάρπες για τις γυναίκες, κι ένα υφαντό για τον μικρό Τζούλιαν.
Η Ιτέα και οι Δελφοί: Η τραγωδία που δεν είδαν ποτέ
Ακολούθησε η Ιτέα, μια βουτιά στη θάλασσα κάτω από τον ελαιώνα που κατηφορίζει έως το κύμα. Και το βράδυ, οι Δελφοί. Στον ιερό χώρο, στο αρχαίο θέατρο, επρόκειτο να παρακολουθήσουν μια τραγωδία. Δεν την είδαν ποτέ: εξαντλημένοι, σηκώθηκαν κι έφυγαν για την Αθήνα προτού ανέβει η παράσταση. Πάντως στον ομφαλό της γης, στον τόπο όπου η Πυθία χρησμοδοτούσε το μέλλον, πέρασαν και δεν ρώτησαν τίποτα. Ή ρώτησαν, κι η απάντηση ήταν η βροχή που τους περίμενε στα νησιά, η γραφειοκρατία που θα 'πνιγε το όνειρο, ο θάνατος του μάνατζέρ τους, Μπράιαν Έπσταϊν, λίγες βδομάδες μετά. Χόρεψαν τον καλαματιανό της ελληνικής χούντας, δέχτηκαν τα δώρα της, και έφυγαν πριν πέσει η αυλαία της δικής τους τραγωδίας. Μιας τραγωδίας που, όπως όλες οι σπουδαίες, είχε ήδη γραφτεί χωρίς να το ξέρουν.
Τι μας διδάσκει σήμερα αυτή η ιστορία;
Η επίσκεψη των Beatles στην Ελλάδα της χούντας δεν είναι απλώς μια ανάμνηση. Είναι μια υπενθύμιση ότι η εξουσία, ακόμα και η πιο σκοτεινή, μπορεί να συνθλίψει ακόμα και τα πιο φωτεινά όνειρα. Και ότι η αντίσταση, ακόμα και μέσα από έναν καλαματιανό, μπορεί να είναι η πιο ισχυρή πράξη. Σήμερα, που η Ελλάδα παλεύει με τις συνέπειες της λιτότητας και της κρίσης, η ιστορία αυτή μας θυμίζει ότι η ελευθερία δεν είναι ποτέ δεδομένη. Και ότι πρέπει να την υπερασπιζόμαστε, κάθε μέρα, με όλες μας τις δυνάμεις.