Στις 10 Σεπτεμβρίου 2026, στο Παναθηναϊκό Στάδιο, η Ολυμπιακή Φλόγα άναψε για τους Αγώνες Νέων «Ντακάρ 2026». Πίσω από τη μουσική της Τελετής Αφής και Παράδοσης βρίσκεται ο διεθνώς αναγνωρισμένος συνθέτης Μάριος Ιωάννου Ηλία, ο οποίος συνεργάστηκε με την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή για να δώσει μουσική μορφή σε ένα αρχαίο ερώτημα: πού κατευθύνουμε τη δύναμη της νεότητας;
Το έργο του, η «Ωδή στα Νιάτα», δεν είναι απλώς ένα μουσικό κομμάτι για μια τελετή. Είναι ένας στοχασμός πάνω στην αρχαιοελληνική έννοια της ἥβης, της ανθούσας ηλικίας, και στη σχέση της με την ευθύνη, το μέτρο και την άμιλλα. Σε μια εποχή που οι νέοι καλούνται να σηκώσουν τα βάρη μιας διαδοχικής κρίσης, η επιλογή του συνθέτη να μιλήσει για τη δημιουργική ορμή της νεότητας αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η ἥβη ως αφετηρία: μια έννοια που αντιστέκεται στη φθορά
Για τον Μάριο Ιωάννου Ηλία, η ἥβη δεν περιορίζεται στη σωματική ακμή. Αφορά την πνευματική εγρήγορση, την ψυχική ενέργεια και τη δυνατότητα του ανθρώπου να διαμορφώσει το μέλλον του. «Η ἥβη, ως εικόνα της ανθούσας ηλικίας, μου έδωσε την αφετηρία: το σώμα, ο νους και η ψυχή στην ορμή της ανάπτυξής τους», λέει ο συνθέτης.
Το ερώτημα που θέτει είναι σύγχρονο και επείγον: «Πού κατευθύνουμε αυτή τη δύναμη; Η ζωτικότητα αποκτά βάθος όταν συναντά την παιδεία, το μέτρο και τη συναίσθηση του άλλου».
Σε μια κοινωνία που συχνά αντιμετωπίζει τους νέους ως ευάλωτους αποδέκτες πολιτικών αποφάσεων, η «Ωδή στα Νιάτα» επιχειρεί να τους τοποθετήσει στο επίκεντρο ως φορείς δημιουργίας. Η μετάβαση από την ορμή στη δημιουργία, από τη δύναμη στην κατεύθυνση, είναι το θέμα του έργου.
Η μελωδία που ενηλικιώνεται: ταυτότητα και μεταβολή
Στον πυρήνα της σύνθεσης βρίσκεται μια μελωδική ιδέα που επιστρέφει διαρκώς μεταμορφωμένη. «Διατηρεί κάτι αναγνωρίσιμο, ενώ κάθε εμφάνισή της αποκαλύπτει μια καινούργια δυνατότητα», εξηγεί ο συνθέτης.
Η μουσική διαδρομή συνδέεται με την ανθρώπινη ωρίμανση. «Μεγαλώνοντας, μαθαίνουμε να αλλάζουμε χωρίς να χάνουμε τον εαυτό μας. Η μελωδία διανύει τη δική της πορεία ενηλικίωσης».
Η σχέση ανάμεσα στην ταυτότητα και τη μεταβολή διατρέχει ολόκληρο το έργο. Η μουσική γίνεται χώρος όπου το ερώτημα μπορεί να ακουστεί χωρίς να χρειάζεται οριστική απάντηση: πώς ωριμάζει ένας άνθρωπος, πώς δέχεται την εμπειρία και πώς παραμένει ανοιχτός σε όσα δεν γνωρίζει ακόμη;
Μέτρο, άμιλλα και ευθύνη: οι αρχαίες έννοιες ως σύγχρονα αιτήματα
Ο Μάριος Ιωάννου Ηλία δεν ενδιαφέρεται για την αρχαιότητα ως στατικό σύνολο αναφορών. «Με απασχολεί τι μπορούν να μας ζητήσουν σήμερα οι ιδέες που κληρονομήσαμε», σημειώνει.
Το μέτρο, για παράδειγμα, θέτει το ερώτημα της ευθύνης σε έναν κόσμο τεράστιων δυνατοτήτων. Στη μουσική, κάθε φράση, κορύφωση και παύση είναι μια επιλογή ισορροπίας. «Η σύνθεση σε καλεί διαρκώς να αποφασίζεις τι υπηρετεί το σύνολο».
Η άμιλλα, από την άλλη, συνδέεται με τη σχέση του αθλητή με τα όριά του. «Ο αθλητής γνωρίζει το σώμα του μέσα από την άσκηση, όπως ο μουσικός γνωρίζει το υλικό του μέσα από τη μελέτη. Και οι δύο μαθαίνουν ότι η επιθυμία χρειάζεται υπομονή για να αποκτήσει ακρίβεια».
Ο συναγωνιστής έχει ουσιαστική θέση σε αυτή τη διαδρομή. «Η παρουσία του σε καλεί να δώσεις πληρέστερη έκφραση στις δυνάμεις σου. Εκεί διακρίνω τη βαθύτερη σημασία της άμιλλας, τη δυνατότητα να επιδιώκεις τη διάκριση αναγνωρίζοντας συγχρόνως την αξία του άλλου».
Σε μια εποχή όπου ο ανταγωνισμός συχνά μετατρέπεται σε ατομικιστικό κυνηγητό, η ανάγνωση της άμιλλας ως αναγνώριση της αξίας του άλλου αποτελεί πολιτική δήλωση.
Ο χορός των Ιερειών: το σώμα της τελετουργίας
Ιδιαίτερη θέση στην τελετή έχει η συνάντηση της μουσικής με τη χορογραφία της Άρτεμις Ιγνατίου και τον χορό των Ιερειών. «Με συγκινεί πάνω απ' όλα ο χορός των Ιερειών», λέει ο συνθέτης. «Στο μέτρο των κινήσεων, στην αρμονία των σωμάτων και στον κοινό τους ρυθμό αισθάνομαι να αποκτά μορφή η σχέση του ανθρώπου με το ιερό».
Στην κίνηση των Ιερειών διακρίνει τη συνύπαρξη του ατομικού και του συλλογικού. Κάθε κίνηση ξεκινά από ένα σώμα, αλλά καταλήγει να γίνεται μέρος μιας κοινής έκφρασης. «Αισθάνομαι τον χορό ως το σώμα της τελετουργίας και τη μουσική ως την ψυχή της».
Η αναφορά στο συλλογικό δεν είναι τυχαία. Σε μια κοινωνία που προβάλλει τη διάσπαση και την απομόνωση, η εικόνα των Ιερειών που κινούνται σε κοινό ρυθμό λειτουργεί ως υπόμνηση της δύναμης της συλλογικότητας.
Η Φλόγα ως παρακαταθήκη: Προμηθέας και Εστία
Κεντρικό σύμβολο της τελετής παραμένει η Ολυμπιακή Φλόγα. Ο συνθέτης εστιάζει στην πράξη της παράδοσής της. «Με συγκινεί ότι η Φλόγα περνά από χέρι σε χέρι. Ο καθένας την κρατά για λίγο, τη φροντίζει και την παραδίδει».
Σε αυτή την πράξη βλέπει τη σχέση ανάμεσα στις γενιές: «Παραλαμβάνουμε γνώσεις, αξίες και έργα, τα καλλιεργούμε και τα εμπιστευόμαστε στους επόμενους».
Η παράδοση, κατά τον ίδιο, δεν είναι επανάληψη. «Η παράδοσή τους προϋποθέτει και τη γενναιοδωρία να δεχτούμε ότι θα αποκτήσουν μορφές που εμείς δεν είχαμε φανταστεί».
Ο μύθος του Προμηθέα και η μορφή της Εστίας λειτουργούν ως δύο όψεις του ίδιου συμβολισμού. Ο Προμηθέας παραπέμπει στην ανθρώπινη επινοητικότητα. «Με τη φωτιά, ο άνθρωπος αποκτά τη δυνατότητα να μετασχηματίζει τον κόσμο. Χρειάζεται όμως να κρίνει προς ποια κατεύθυνση».
Η Εστία αναδεικνύει τη φωτιά ως τόπο κοινότητας και φιλοξενίας. «Εκφράζει τη φιλοξενία και τη θέση που προσφέρουμε στον άλλον. Στους Αγώνες, όπου άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής συναντιούνται και συναγωνίζονται, αυτό έχει ξεχωριστή σημασία».
Από την Ελλάδα στη Σενεγάλη: η Φλόγα ως συνάντηση πολιτισμών
Το ταξίδι της Φλόγας από την Ελλάδα στη Σενεγάλη δεν είναι για τον συνθέτη μια απλή μεταφορά ενός συμβόλου. «Η Φλόγα ταξιδεύει προς έναν τόπο με δικές του φωνές, πολιτισμούς και προσδοκίες. Με συγκινεί η σκέψη ότι οι νέοι που θα τη συναντήσουν θα δώσουν στον συμβολισμό της καινούργιο περιεχόμενο».
Η παράδοση παραμένει ζωντανή όταν επιτρέπει σε περισσότερους ανθρώπους να συμμετέχουν στη διαμόρφωσή της. Η «Ωδή στα Νιάτα» συνοδεύει αυτό το ταξίδι ως ένας μουσικός στοχασμός πάνω στην αναγέννηση και τη συνέχεια.
«Θα ήθελα η
